Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Όχι όπως πριν

Χ.Μ.
Αποτελεί πλέον κλισέ, αλλά ζούμε πλέον σε μια εποχή η οποία είναι τελείως διαφορετική από την αμέσως προηγούμενη. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να πηγαίνουμε όπως πριν, οι όποιες (ανα)λύσεις δεν είναι δεδομένες, οι (υποτιθέμενες) σταθερές και πεπατημένες έχουν προ πολλού τιναχτεί στον αέρα.
Στην ανάλυση της πραγματικότητας εύκολα στο παρελθόν θα μπορούσε κανείς να πέσει σε σειρά ντετερμινισμών ενώ σήμερα ρέπει μάλλον προς τον αγνωστικισμό. “άγνωσται” αι βουλαί του ιμπεριαλισμού, του κεφαλαίου αλλά και των λαών.
Έχει έρθει το τέλος του κόσμου όπως τον γνωρίσαμε και προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Οι “φωτεινοί φάροι του σοσιαλισμού” έχουν σβήσει και κάποιοι μην μπορώντας να το αποδεχτούν όταν η φαιδρότητα των ισχυρισμών τους περί οικοδόμησης σοσιαλισμού στην Κίνα ήταν πλέον φανερές σε όλους “ψάχτηκαν” στην Καμπότζη και στη Βόρεια Κορέα ενώ άλλοι εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στο Περού και το Νεπάλ. Οι λαοί, η νεολαία δεν συμπεριφέρονται όπως πριν, οι μορφές πάλης δεν μπορούν να μπουν σε κουτάκια και τα στεγανά μεταξύ πολιτικών χώρων/απόψεων έχουν διαρρηχθεί.

“Ποιος στ' αλήθεια είμαι εγώ και που πάω;”
Το ΚΚΕ(μ-λ), ή καλύτερα ορισμένα στελέχη του, κατά διαστήματα έχει επιχειρήσει να δόσει απαντήσεις ή καλύτερα να θέσει ζητήματα. Κάποια απ' αυτά αγκάλιασαν/αγκαλιάστηκαν σχεδόν από το σύνολο της οργάνωσης για διαφορετικούς λόγους (π.χ. Το '17-'53 ή η Παγκοσμιοποίηση: Η πτώση του μύθου), κάποια άλλα έμειναν αδιάβαστα (Η αριστερά απέναντι στον εαυτό της ή το τελευταίο του σ. Μάνου για την Κρίση) ή κάποια δεν θυμόμαστε καλά-καλά ότι υπάρχουν (Καινούρια ρούχα του βασιλιά).
Αυτά τα κείμενα κατά βάση (μαζί με επιμέρους αναλύσεις που έχουν γίνει κατά καιρούς) συγκροτούν ένα σώμα απόψεων που:
1) Αποδεικνύουν την διαφορετικότητα/ιδιαιτερότητα της οργάνωσής μας από οποιαδήποτε άλλη οργάνωση εντός Ελλάδας αλλά και σε μεγάλο βαθμό κι από εν δυνάμει όμορες δυνάμεις διεθνώς. Δεν πρόκειται για νέο φαινόμενο. Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας η οποία “ανήκει εις τη δύση” όντας εν πολλοίς “ανατολίτικη” δεν αποτελεί ένα σύνηθες φαινόμενο, μάλλον αποτελεί μοναδική περίπτωση.
2) Αποδεικνύει ότι παρότι πολλοί σύντροφοι θεωρούν πως ως οργάνωση έχουμε μια σειρά από θέματα λυμένα η λογική που διέπει αυτά τα συγγραφικά εγχειρήματα προβάλλει το αντίθετο. Θέλουμε να αναδείξουμε τα ζητήματα και όσο μας αναλογεί να τα “λύσουμε”.
3) Σκιαγραφούν πτυχές των νέων εξελίξεων από πλευράς των από πάνω (Παγκοσμιοποίηση, Τα Καινούρια ρούχα του βασιλιά, Έγκατα και εδάφη της κρίσης) και θέτουν ζητήματα που αφορούν τους από κάτω ('17-'53, Η αριστερά απέναντι στον εαυτό της)
4) Θεματικές που απουσιάζουν αναδεικνύουν θεμελιώδη κενά στην ανάλυσή μας. Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση σε σχέση με την Ελλάδα (επί της ουσίας από την μεταπολεμική Ελλάδα μέχρι σήμερα) και μια αντίστοιχη ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας, πολιτικής, οικονομίας με ότι εκφάνσεις έχουν αυτές.

Ας γίνω όμως λίγο πιο αναλυτικός.
Τα τελευταία χρόνια —και κυρίως μετά τον Δεκέμβρη του '08— το σύνολο των δυνάμεων που αναφέρονται στο κίνημα —αριστερές, αναρχικές, αυτόνομες— τόσο ως συλλογικότητες όσο κι ως μονάδες, βρίσκονται σε μια κρίση προσανατολισμού που λόγω της επίθεσης του κεφαλαίου γρήγορα πήρε και χαρακτηριστικά υπαρξιακής κρίσης, κρίσης ταυτότητας.
Η αδυναμία κατανόησης της φύσης της επίθεσης από πολλούς, η αδυναμία φραγμού της από το σύνολο, η πλήρης αδυναμία εκτίμησης της κίνησης των μαζών και η μη ριζοσπαστικοποίησή τους —στο βαθμό και με τον τρόπο που θα θέλαμε όλοι μας— η άνοδος του φασισμού, η αναντιστοιχία όλων μας αλλά και το γεγονός πως από τα διάφορα κινήματα τα υλικά κέρδη για τις δυνάμεις υπήρξαν αμελητέα σε σχέση με αυτό που θεωρούν πως άξιζαν, αποτελούν ορισμένους από τους λόγους που οδηγούν σε αυτό τον εφ' όλης της ύλης προβληματισμό.
Από την άλλη ευχολόγια απέναντι στο λαό, αυτή την υπερφυσική έννοια η οποία θα συγκροτηθεί ως μια επαναστατική συμπαγής μάζα και θα σαρώσει τα πάντα στο πέρασμά της. Όχι σύντροφοι, δεν ειρωνεύομαι τις μάζες. Αντιθέτως μας έβαλαν γυαλιά στην Κερατέα, στη Χαλκιδική, σε πορείες όπου συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολείς για να τις εμποδίσουν να διαλύσουν τις πορείες, γιατί πρώτοι αυτοί οι ανοργάνωτοι πήγαν κι αγόρασαν μάσκες και γυαλιά για να αντιμετωπίσουν τα χημικά και μετά το αποφάσισε η αριστερά. Για το ζήτημα του λαού κάποιες σκέψεις θα δούμε πιο κάτω.
Αν “μέμφομαι” κάποιον είναι όσους (κι εμένα μέσα) καταναλώνουν τον χρόνο τους στο να γράφουν για το πως τα πάντα θα λυθούν όταν οι μάζες βγουν στο προσκήνιο και άλλους παρόμοιους βερμπαλισμούς, αντί να προσπαθήσουν να ανιχνεύσουν τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει αυτό. Αντί να προσπαθούν να αναλύσουν το τι πήγε στραβά χθες, για να το διορθώσουν σήμερα, και για να πάει σωστά αύριο. Στο βαθμό που αναλογεί στον καθένα μας φυσικά.

Η θεωρία ως εργαλείο ή ως πολυτέλεια;
Μια από τις πιο γνωστές φράσεις/θέσεις του Καρλ Μαρξ είναι η ενδέκατη θέση του για τον Φόυερμπαχ: “Οι φιλόσοφοι έχουν μοναχά ερμηνεύσει τον κόσμο, με διάφορους τρόπους, ωστόσο το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε”. Η θέση αυτή χρησιμοποιείται από πολλούς για να αναδείξουν την αναγκαιότητα της ανατροπής ή/και της δράσης/πράξης. Όντως και ο Καρλ Μαρξ αυτό διαφαίνεται να ήθελε να κάνει με τη θέση του αυτή. Αυτό όμως που δεν κάνει ο Μαρξ αλλά συνήθως κάνουν οι διάφοροι ερμηνευτές του ήταν να άρει την αναγκαιότητα ερμηνείας του κόσμου προκειμένου να τον αλλάξουμε. Εν ολίγοις ηθελημένα ή μη (χωρίς να σημαίνει πως και αυτό δεν έχει τη σημασία του) την πλήρη αγνόηση, του θεμελιώδους σκέλους, της αναγκαιότητας ερμηνείας του κόσμου προκειμένου να επιτευχθεί, το δεύτερο σκέλος, η αλλαγή. Και μάλιστα από τους υπέρμαχους (εντός ή εκτός εισαγωγικών) της αλλαγής.

Η φύση και ερμηνεία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού
Ένα θέμα που πραγματικά ταλανίζει το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα από την πρώτη μέρα είναι ο χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας/κοινωνίας. Αυτό το ερώτημα αποτέλεσε την βασική αιτία σύγκρουσης και κατά τη γνώμη μου τη ρίζα πολλών διασπάσεων στα πλαίσια του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος κι αυτό διότι αποτελεί και ζήτημα ουσίας και ανταγωνιστική αντίθεση, η οποία άρα δεν μπορεί να επιλυθεί.
Αυτό δεν διαφαίνεται μόνο στις διάφορες συζητήσεις περί του χαρακτήρα της αλλαγής αλλά ακόμη (αν όχι κύρια) στην αποτίμηση ιστορικών γεγονότων όπως λόγου χάρη της επανάστασης του 1821. Στις 26/3/2005 στην Π.Σ. δημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο Το εθνικό και ταξικό περιεχόμενο του 1821 με βασική βιβλιογραφική αναφορά το έργο του Γιάννη Κορδάτου. Η επίσημη ανάλυση του ΚΚΕ και προ '56 δεν ήταν αυτή του Κορδάτου. Η ουσία της διαφωνίας δεν ήταν για το τι έγινε το 1821 αλλά για τα καθήκοντα των κομμουνιστών, το ρόλο της αστικής τάξης και άρα τη στάση του κομμουνιστικού κινήματος απέναντί της ένα αιώνα μετά (και μέχρι σήμερα θα έλεγα εγώ). Σχηματικά ο Κορδάτος θεωρεί πως η αστικοδημοκρατική επανάσταση έχει γίνει —από την αστική τάξη, η οποία και υφίσταται (κάτι που 100 χρόνια μετά αμφισβητείται από αριστερούς και κομμουνιστές χωρίς να το εξηγούν βέβαια) και έχει πλέον αντιδραστικό χαρακτήρα— και αυτό έχει λήξει. Ως εκ τούτου το καθήκον είναι για προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Ζέβγος αργότερα ανατρέπει το σχήμα λόγω της αλλαγής των θέσεων του ΚΚΕ λέγοντας πως η αστική τάξη δεν μπόρεσε καν να ολοκληρώσει αυτό το καθήκον οπότε η επανάσταση θα έχει και αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με γρήγορη μετατροπή σε σοσιαλιστική επανάσταση, χωρίς όμως συνεργασία με κανένα τμήμα της αστικής τάξης που είναι αντιδραστική στο σύνολό της. Από το '50 και μετά και την στροφή στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα μπαίνει από την πίσω πόρτα και η συμμαχία με τμήματα της αστικής τάξης στα πλαίσια της εθνικής δημοκρατικής αλλαγής από τα οποία αποκλείεται μόνο η λεγόμενη πλουτοκρατική ολιγαρχία. Αντίστοιχες θέσεις υπήρξαν και εντός των διαφωνούντων εξ' αριστερών με την ΕΔΑ έχοντας μια μηχανιστική ανάγνωση των κινεζικών ντοκουμέντων όπου έπρεπε να βρουν κι αυτοί την εθνική αστική τάξη για να κάνουν τη Νεο-δημοκρατική ή Λαϊκο-δημοκρατική τους επανάσταση.
Η αστική τάξη ήταν και είναι εθνική, δεν μπορεί να αναπτυχθεί παρά στα πλαίσια ενός έθνους-κράτους. Άρα δεν υπάρχει εθνική και αντεθνική αστική τάξη. Για ευκολία ή έστω για χάρη διάκρισης από την μεταπρατική (κομπραδόρικη) αστική τάξη ονομάστηκε ως εθνική το τμήμα αυτό της αστικής τάξης το οποίο για τους δικούς του λόγους αμφισβητεί την ιμπεριαλιστική εξάρτηση.
Εδώ μια παρένθεση, η Ελλάδα έχει την ιδιαιτερότητα η αστική τάξη, η οποία και επιδίωξε την επανάσταση του 1821 είχε αναπτυχθεί εκτός Ελλάδας (βλ. Φιλική Εταιρία) όπως επίσης και τον επόμενο αιώνα έχουμε τμήματα της αστικής τάξης να αναπτύσσονται στο εξωτερικό (Αίγυπτος, τμήμα του εφοπλιστικού κεφαλαίου, κτλ). Υπάρχει ένας ιδιαίτερος κοσμοπολιτισμός του ελληνικού κεφαλαίου που δεν πρέπει να συγχέεται/ταυτίζεται με την εξάρτηση η οποία μάλιστα αποτελεί πρόβλημα στην ανάπτυξη/επέκτασή του διότι οι οικονομικές του δυνατότητες δεν συμβαδίζουν με τις δυνατότητες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού εν γένει και ως εκ τούτου αντί να λειτουργήσει το ελληνικό κράτος προωθητικά αντιθέτως το βαλτώνει (περίπτωση Ωνάση).
Η γέννηση της ελληνικής αστικής τάξης έγινε όπως προείπα στο εξωτερικό κι αυτή η ιδιαιτερότητα δημιούργησε ένα επιπρόσθετο πρόβλημα στην ανάλυση της ελληνικής περίπτωσης. Το δίπολο αστική τάξη – εργατική στην αρχή δεν υπήρξε καν μιας και εκβιομηχάνιση και συγκρότηση εργατικής τάξης έχουμε επί της ουσίας ένα αιώνα αργότερα.

Εν ονόματι του λαού...για το λαό
λαός ο [laós]: σύνολο ανθρώπων που αποτελούν ενότητα με βάση ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά ή συνεκτικά στοιχεία. 1α. οι κάτοικοι μιας χώρας, πόλης, περιοχής• πληθυσμός || το σύνολο του πληθυσμού ενός κράτους β. οι κάτοικοι, οι πληθυσμοί ευρύτερων περιοχών. 2. οι κάτοικοι καθορισμένου χώρου με κάποια κοινά στοιχεία (ιστορία, παραδόσεις, έθιμα, θεσμούς, συνείδηση κ.ά.). 3. το τμήμα του πληθυσμού, των πολιτών που δε μετέχει στη διεύθυνση της κοινωνίας και στην άσκηση της εξουσίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το κράτος, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς του || οι υπήκοοι 4. οι κοινωνικές τάξεις που χαρακτηρίζονται από μικρό εισόδημα ή και χαμηλό μορφωτικό, πολιτιστικό επίπεδο• κοσμάκης. [λόγ. < αρχ. λαός]
από την ηλεκτρονική έκδοση του Λεξικού Τριανταφυλλίδη

Οι αριστεροί και οι συνοδοιπόροι τους σίγουρα μπορούν να ανακαλέσουν στη μνήμη τους σειρά από περιστάσεις στις οποίες ανέγνωσαν ή άκουσαν αναφορά/επίκληση στη λέξη λαός και τα παράγωγά της. Λέξη και όχι όρο γιατί αυτό το εμπειρικό σημείωμα πραγματεύεται ακριβώς αυτό. Την κενότητα όσον αφορά τη χρήση της λέξης (και) στο πολιτικό πεδίο.
Στην πρόσφατη δίδυμη εκλογική αναμέτρηση ο γράφων είχε την ευκαιρία περιδιαβαίνοντας την πρωτεύουσα να διαβάσει προεκλογικά συνθήματα σε αφίσες, προκηρύξεις και έντυπα όσο και να ακούσει σε προεκλογικές ομιλίες την επίκληση στο λαό, για τη μεταπολίτευση του λαού, τη λαϊκή εξουσία, το δρόμο του λαού, τις λαϊκές ανάγκες, για τη λύση που θα δώσει ο λαός κτλ. Αλλά και στην πορεία της αριστεράς δεν ήταν λίγες οι φορές που ανέκυπτε ως όνομα εντύπου ή και πολιτικής οργάνωσης Λαϊκή Πάλη, Λαϊκή Φωνή, Λαοδημοκρατική, Λαϊκή Ενότητα, Λαϊκός Δρόμος, Λαϊκοί Αγώνες κτλ.
Αυτό όμως που συμπεραίνεται από μια εμπειρική έστω προσέγγιση είναι η παντελής απουσία στο λόγο και στα γραπτά της αριστεράς του τι ορίζεται ως λαός. Στην καλύτερη τον περιπτώσεων ο λαός ορίζεται ως το ένα τμήμα ενός διπόλου, αστική τάξη/λαός, ολιγαρχία/λαός, με εξίσου γενικό, θολό ή ανύπαρκτο ορισμό του άλλου μέρους του διπόλου. Η κοινοτυπία αυτή της κενότητας έγινε επανειλημμένα πάθημα αλλά ουδέποτε μάθημα και εάν την πρώτη φορά το πλήγμα ήρθε από τη σοσιαλδημοκρατία με τη μορφή του ΠΑΣΟΚ σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης ο κίνδυνος έρχεται από το νεο-φασισμό/νεο-ναζισμό.
Η αριστερά εν ολίγοις έχει (έστω διακηρυκτικά) ως στόχο ή σκοπό να εκφράσει μια κοινωνική ομάδα (ή ένα άθροισμα κοινωνικών ομάδων) ή θεωρεί πως η όποια αλλαγή θα γίνει με κινητήρια δύναμη την προαναφερθήσα ομάδα την οποία αδυνατεί να ορίσει. Ως εκ τούτου, παραμένει χωρίς συγκεκριμένο ακροατήριο με μια εξίσου γενικόλογη φρασεολογία, ένα προγραμματικό λόγο που απευθύνεται σε όλους και σε κανένα και στο τέλος της φταίει ο...λαός που δεν την ακολουθεί.
Ενώ διαρρυγνύει τα ιμάτιά της για την επιστημονικότητα του μαρξισμού, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και του κάθε -ισμού τον οποίο αυτή θεωρεί ως ορθό, η ίδια είτε αγνοεί, είτε υποτιμά, ή ακόμη και απορρίπτει την ανάγκη της επιστημονικής ανάλυσης και προσέγγισης των ζητημάτων προκειμένου να περάσει από το γενικό(λογο) στο ειδικό, από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Έτσι περνάει πολλές φορές σε μια θρησκευτικού τύπου πίστη ότι η ιστορία θα τη (μας) δικαιώσει.
Οι παροικούντες τη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα η φοιτητική αριστερά του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης της περασμένης δεκαετίας πιθανό να ενθυμάται τα αίτια και τις ρίζες της διάσπασης και διάλυσης της Χριστιανικής Φοιτητικής Δράσης η οποία σε κάποιες σχολές π.χ. Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης είχε υποκαταστήσει μέχρι και την παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, ΔΑΠ-ΝΔΦΚ. Η εν λόγω παράταξη διαλύθηκε για ιδεολογικούς λόγους. Συγκεκριμένα η μια τάση υποστήριζε ότι αφού τα πάντα ήταν θέλημα θεού δεν συνέτρεχε λόγος συνδικαλιστικής παρέμβασης, λόγω του προκαθορισμένου της πορείας/εξέλιξης των πραγμάτων. Ενώ η άλλη τάση η οποία υποστήριζε το συν Αθηνά και χείρα κίνει, χωρίς όμως να πείσει και ως εκ τούτου η Χ.Φ.Δ. πέρασε στην λήθη με τα αλυσοδεμένα, σαν κατάδικος του περασμένου αιώνα, ταμπλό της να μας υπενθυμίζουν πως κάποτε υπήρξε κι αυτή.
Έτσι, η κυρίαρχη τάση της αριστεράς σήμερα θεωρεί πως λίγο-πολύ θα εμφανιστούν οι λαϊκές μάζες, θα βγουν στο προσκήνιο και θα αλλάξουν το ρου της ιστορίας. Όταν γίνει αυτό με ένα εξίσου μεταφυσικό τρόπο θα ακολουθήσουν τη (δική της προφανώς) “σωστή γραμμή”.
Η υπερταξική ή αταξική θεώρηση του λαού ως κάτι συγκεχυμένο και απροσδιόριστο πέρα από μια προχειρότητα κάθε λογής προσέγγισης που διαπερνάει κάθετα και οριζόντια την ελληνική κοινωνία φρονώ πως έχει και πολιτικές σκοπιμότητες. Η τέτοια χρήση του “όρου” υπηρετεί κάθε φορά την εκάστοτε πολιτική γραμμή. Είτε αυτή θεωρεί πως πρέπει να επιδιωχθεί μια διευρυμένη κοινωνική συμμαχία με μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα είτε πως αφορά μόνο την εργατική τάξη (που επίσης ορίζεται κατά το δοκούν) ο λαός όλα τα χωράει και όλα τα αποκλείει κατά πως βολεύει την ανάλυση/γραμμή της στιγμής. Έτσι ο λαός αποτελεί μια πλαστελίνη που πλάθεται κάθε φορά από τον χρήστη του όρου κατά πως τον βολεύει. Η τέτοια αντιμετώπιση του όρου αγνοούσε ή υπέθετε πως μόνο η αριστερά θα συνέχιζε να θέτει το ζήτημα του λαού κι ως εκ τούτου δεν διέτρεχε κίνδυνο απώλειας της επιρροής/ψήφων της στα λαϊκά στρώματα το αντίθετο μάλιστα πως η ένταση της επίθεσης του κεφαλαίου θα της αποκόμιζε σίγουρα ωφέλη.
Τον τελευταίο χρόνο με την εμφάνιση του διαταξικού πλήθους στις πλατείες στο οποίο παρενέβαιναν, σχεδόν όλοι, οι πολιτικοί χώροι και φορείς με αταξικά/υπερταξικά χαρακτηριστικά και τακτικές είχε μια σειρά από αποτελέσματα που μόνο ευνοϊκά δεν είναι για την αριστερά και τη σχέση της με το λαό. Η εμφάνιση και ενδυνάμωση από εθνικές και πατριωτικές έως και ανοιχτά νεοναζιστικές δυνάμεις και φορείς με ερίσματα σε μέχρι πρότινως προνομιακές περιοχές για την αριστερά, η αποπολιτικοποίηση του λόγου με ταυτόχρονη άνοδο ενός αντιαριστερού-αντικομμουνιστικού λόγου (όχι μόνο από τα πάνω αλλά κι από τα κάτω) έρχεται να πατήσει στο θολό λόγο της αριστεράς τόσο για το ζήτημα του λαού όσο και για το ζήτημα των από πάνω. Τόσο για τον φορέα της όποιας αλλαγής ευαγγελίζεται όσο και για το ποιος αποτελεί τον αντίπαλο. Βεβαίως παρά τα εκατοντάδες κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα της αριστεράς για την άνοδο του νεοναζισμού και συναφών ιδεολογημάτων δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη μου καμιά (αυτοκριτική) αναφορά στο θέμα. Οι πλατείες θεωρούνται εν συνόλω και a priori ως ένα μεγαλειώδες κίνημα το οποίο ο καθένας αναγνώσκει όπως θέλει ως είθισται άλλωστε, όπου κάποιοι βλέπουν άπο μια νέα μορφή οργάνωσης ως την αναγέννηση ή την εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας και ταυτόχρονα προσπαθούν με την αναδημοσίευση κειμένων για τους Ναζί πως η εργατική τάξη και ο λαός - όπως τον εννοεί ο καθένας - είναι ξένο προς το ναζισμό (1) .
Σήμερα οι συνθήκες είναι τέτοιες που θεωρώ πως πρέπει με ωριμότητα να παραδεχθούμε τις αδυναμίες που έχουν οι μέχρι τώρα αναλύσεις και θεωρήσεις ακριβώς λόγω των επιφανειακών και γενικόλογων προσεγγίσεων και την αναγκαιότητα εμβάθυνσης στα όποια ζητήματα αποφασίζει ο καθένας να καταπιαστεί.
Είτε θα συνεχίσει η επιλογή χρήσης όρων όπως του λαού, στους οποίους προσδίδονται χαρακτηριστικά που δεν έχουν π.χ. ενιαιότητα, ή η πρόσδοση με ένα ντετερμενιστικό τρόπο ενός κοινωνικού ρόλου, π.χ προοδευτική/ριζοσπαστική/επαναστατική δύναμη, τον οποίο η ίδια η πραγματικότητα δεν επιβεβαιώνει, είτε θα σταματήσει μια ιδεολογικού τύπου προσαρμογή της πραγματικότητας στην εκάστοτε ιδεοληψία προκειμένου να γίνουν κάποιες σοβαρές προσπάθειες ανάλυσης της πραγματικότητας με στόχο την αλλαγή της.
Όπως ανέφερε ένας φίλος πρόσφατα: Το ερώτημα “ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε” είναι μια μαλακία. Ο γιαλός είναι αυτός που είναι, εμείς αρμενίζουμε στραβά.

ΥΓ. Το κομμάτι αυτό δεν είχε ως σκοπό τόσο το να πραγματευτεί τον ορισμό του 'λαού' παρά την θεωρητική ένδεια και την ευκολία χρήσης όρων εκ μέρους της αριστεράς.

Η αναγνώριση και η ανάλυση των τάξεων αναγκαίος όρος για την ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης και την ανασύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος
Κοινός τόπος η αναγκαιότητα ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής (και ιδεολογίας θα προσθέσω). Ένα ερώτημα είναι από ποιους θα ανατραπεί αλλά και ποιοι την πρεσβεύουν. Όσον αφορά στο πολιτικό προσωπικό, ποιες ακριβώς δυνάμεις εκφράζει το κάθε κόμμα. Γενικά μπορούμε με ευκολία να πούμε ποια κόμματα εκφράζουν ή θέλουν να εκφράσουν το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Ειδικά τα πράγματα είναι πολύ πιο μπερδεμένα και κύρια όσον αφορά το ποιος εκφράζει ποια μερίδα της αστικής τάξης. Βέβαια ένα ερώτημα είναι ποιες είναι αυτές οι μερίδες της αστικής τάξης μιας και σε μια απόφαση του ΚΟ έχουμε αναφορά στα “κεφαλαιοκρατικά τμήματα της αστικής τάξης της χώρας” άρα υπονοείται πως υπάρχουν και μη-κεφαλαιοκρατικά. Επίσης σχετικά εύκολα μπορούμε να πούμε πολύ γενικά ποιος θα είναι ο φορέας της ανατροπής, ο “λαός”, η “εργατική τάξη”, η “φτωχομεσαία αγροτιά”, οι “εργαζόμενοι”. Βάζω σε εισαγωγικά τις έννοιες γιατί αποτελούν ένα χιλιοφορεμένο κοστούμι σε ένα άυλο σώμα, πρέπει επιτέλους να τους δοθεί συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Δεν μπορείς να δόσεις περιεχόμενο στην πάλη σου εάν δεν ορίσεις με σαφήνεια τον εχθρό σου, δεν μπορείς να συγκροτήσεις αντιστάσεις εάν δεν έχεις ιδέα σε ποιους απευθύνεσαι, δεν μπορείς να απευθυνθείς συγκεκριμένα εάν δεν ορίσεις ποιος πλήττεται, με ποιο τρόπο, και ποιος στόχος πάλης μπορεί να τον κινητοποιήσει. Κι από την άλλη δεν μπορείς να συγκροτήσεις αντιστάσεις, να εμβαθύνεις θεωρητικά και ταυτόχρονα να βελτιώσεις πρακτικά την άποψη και τη γραμμή πάλης σου εκτός των κοινωνικών διεργασιών και των πολιτικών και συνδικαλιστικών μαχών. Η σχέση μεταξύ των δυο είναι διαλεκτική, όποιος προκρίνει το ένα έναντι του άλλου ή δεν θέλει να μπει στη μάχη ή προσπαθεί να ρίξει τον τοίχο με κεφαλιές.

1. Επιλέγοντας βέβαια να μην αναφέρεται στην ταξική σύνθεση των Φαιοχιτώνων (SA), του Έρνστ Ρομ, που εξοντώθηκαν εν τέλει από τον Χίτλερ γιατί θα του χαλούσε την “θεωρία”.