Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΥΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ
(Απόφαση του ΚΟ του ΚΚΕ(μ-λ))

Όταν την περασμένη άνοιξη αποφασίζαμε να προχωρήσουμε το φθινόπωρο του 2012 σε μια πανελλαδική σύσκεψη για να εξετάσουμε ζητήματα γραμμής, κατευθύνσεων, συμμαχιών δεν είχαμε φανταστεί το πόσο χρήσιμη θα ήταν μια τέτοια απόφαση με βάση το τι μεσολάβησε από τότε μέχρι σήμερα.
Η εποχή, θα συμφωνήσουμε όλοι, είναι ιδιαίτερα απαιτητική και μπροστά στους κομμουνιστές, στους αγωνιστές, γενικά στο λαϊκό και κομμουνιστικό κίνημα, όχι μόνο στη χώρα μας, μπαίνουν πιο καθαρά μια σειρά από προκλήσεις. Έχει ανοίξει μια ολόκληρη βεντάλια από ζητήματα που αφορούν τις προοπτικές του συστήματος αλλά και αυτές του κινήματος. Μάλιστα, είναι καινούριο στοιχείο ότι αυτά τα δύο παράλληλα και αλληλένδετα ζητήματα έχουν ανοίξει και σε μια σχέση αντίθεσης και όχι κοινής τύχης, παρ’ όλο που στον κόσμο συνεχίζουν να κυριαρχούν οι ιδεολογίες που υπηρετούν το σύστημα και η μόνη προοπτική που βλέπουν είναι η «πρόοδος» του καπιταλισμού, που συνεχίζουν να βλέπουν το μέλλον της ανθρωπότητας συνυφασμένο με το μέλλον του καπιταλισμού.

Υπάρχει, λοιπόν, ανάγκη απολογισμού; Ναι, απαντάμε. Η οργάνωσή μας, ιδιαίτερα από το 2008 και μετά, έχει αναπτύξει μια πλούσια δράση, έχει πάρει μια σειρά σημαντικές αποφάσεις και πρωτοβουλίες που αφορούν το κίνημα αλλά και την ίδια, στο εσωτερικό της, στις σχέσεις της, στις λειτουργίες. Έχει σίγουρα την ανάγκη να δει με σχετική ηρεμία το σε τι και πώς ανταποκρίθηκε, κυρίως αν και τι χρειάζεται να αναθεωρήσει και να προσαρμόσει, γιατί αρκετά από τη σημερινή οργάνωση φαίνονται ή και είναι καινούρια, χωρίς φυσικά να έχει αποκοπεί από την κόκκινη κλωστή που χαρακτήριζε τη φυσιογνωμία της και τη δράση της. Ο κίνδυνος είναι, χωρίς να το καταλάβουμε, να θεωρήσουμε ότι ο κύριος λόγος που κάνουμε απολογισμό είναι το δεύτερο, ιδιαίτερα κακό, εκλογικό αποτέλεσμα.
Οι δύο απανωτές εκλογές αντιμετωπίστηκαν ως παρεμβάσεις που δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε, αλλά οπωσδήποτε μας ξεστράτισαν μ’ έναν τρόπο. Κυρίως απέσπασαν την προσοχή μας από εκεί που έπρεπε να βρίσκεται, από εκεί που είχε επικεντρωθεί πριν το Φλεβάρη. Δηλαδή στο κίνημα, στις πρωτοβουλίες κοινής δράσης, στην Πρωτοβουλία για Αριστερή Αντιιμπεριαλιστική Συνεργασία.
Μας ξεστράτισαν γιατί μας υποχρέωσαν (χωρίς να είμαστε έτοιμοι, χωρίς να είμαστε αρκούντως συνδεμένοι με τις μάζες) να προσεγγίσουμε με έναν τρόπο που φαινόταν «ακαδημαϊκός» το μεγάλο ζήτημα του ότι «ο λαός πρέπει να ανοίξει το δικό του δρόμο κόντρα στον καπιταλιστικό μονόδρομο». Το ανοίξαμε με έναν τρόπο που στα μάτια πλατιών ανθρώπων, αλλά και «απογειωμένων αριστερών», φάνηκε σαν υπεκφυγή, σαν άρνηση να βγούμε μπροστά και να χαράξουμε προοπτική, όταν από άλλες μεριές υπήρχε υπερπροσφορά «προοπτικής» και «λύσεων εδώ και τώρα».
Συμμετείχαμε σε πολλές εκλογές. Αρνηθήκαμε συμμετοχή σε άλλες τόσες. Οι εκλογές αυτές (οι δεύτερες, της 17ης Ιούνη) και οι εκλογές του 1981 ήταν οι πιο κρίσιμες και οι πιο ζόρικες. Με αναλογίες και διαφορές. Γιατί ήταν οι μόνες που ο κόσμος είχε τόσες πολλές ελπίδες αλλά και τόσες αυταπάτες, στις οποίες μόνο με σωστή αποκάλυψη και προπαγάνδα μπορούσαμε να σταθούμε. Και όταν μάλιστα, με ευθύνη της κυρίαρχης Αριστεράς «μας», ο λαός αισθανόταν σαν να είχε δώσει τα πάντα υπό τη μορφή του κινήματος και τώρα το μόνο δήθεν που έμενε ήταν η κυβέρνηση.
Τέλος πάντων, χωρίς να θέλουμε να προσπεράσουμε το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα, ας δούμε πίσω από τις εντυπώσεις και την όποια πρώτη απογοήτευση.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν τόσο προϊόν αδυναμιών των δύο-τριών τελευταίων μηνών ή του τελευταίου χρόνου. Είναι προϊόν χρόνιων αδυναμιών και κυρίως αποτέλεσμα των χαμηλών βαθμών σύνδεσης με τις μάζες, ιδιαίτερα με εκείνα τα τμήματά τους που στα χαρτιά και στα κείμενά μας έχουν ιδιαίτερο ρόλο να παίξουν όχι μόνο στην αντίσταση στην επίθεση αλλά κυρίως στην προοπτική της αναμέτρησης με το σύστημα και τη σύγκρουση. Είναι επίσης δευτερεύον στοιχείο το αν κάναμε καλά ή κακά που κατεβήκαμε τη δεύτερη φορά, διότι, αν περιοριστούμε σ’ αυτό, είναι σαν να δεχόμαστε ότι το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε είναι να κρυφτούμε ή όχι. Ναι, θα μπορούσαμε να «κρύψουμε» το αποτέλεσμά μας. Το πραγματικό μας, όμως, ειδικό βάρος μας μέσα στις μάζες θα παρέμενε.
Μας χρειάζεται ο απολογισμός για να δούμε αν και κατά πόσο, στις πραγματικές διαστάσεις του, μας στοίχισε ή όχι ο τρόπος που προχώρησε και πραγματοποιήθηκε η εκλογική συνεργασία.
Είναι γεγονός, και δεν χρειάζεται να το κρύβουμε, ότι ένα μέρος της επιρροής μας σε κόσμο που είχε κατακτηθεί μέσα στην κίνηση και στο κίνημα μπορεί και να «μπερδεύτηκε» με τη συνεργασία μας με το Μ-Λ ΚΚΕ. Συνεπώς, πρέπει ένα μέρος της επιρροής μας να μην έχει πειστεί, να μην έχει κατανοήσει τους ουσιαστικούς λόγους της συνεργασίας. Σ’ αυτό έχει παίξει ρόλο και η πιεσμένη διαδικασία και ιδιαίτερα η εκλογική συνεργασία που, όπως είπαμε, μπέρδεψε τη συνεργασία στην Πρωτοβουλία και την ξεστράτισε.
Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι αυτός ο κόσμος, ακόμα και αν δεν υποστήριξε την εκλογική συνεργασία, δεν μπορεί να κατανοήσει, αν βρεθούμε μ’ αυτόν και κυρίως αν προχωρήσουμε στην υλοποίηση της Πρωτοβουλίας έτσι όπως απαιτούν οι συνθήκες. Ούτε πρέπει να μας διαφεύγει ότι, ιδιαίτερα με τη συμμετοχή μας στη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, αποκοπήκαμε από κόσμο της επιρροής μας που είχε έντονη αντιεκλογική στάση γενικά και ειδικά.
Αν κάτι επίσης επιβεβαιώθηκε, είναι ότι η συνεργασία των δύο οργανώσεων από μόνη της δεν αρκεί για να δημιουργήσει δεδομένα στο κίνημα που δήθεν δεν θα μπορούσε η όχι τόσο κομμουνιστικοφανής Πρωτοβουλία. Αυτό που μετράει είναι το περιεχόμενο, η κατεύθυνση, ο προσανατολισμός. Και όσο αυτά μένουν ακόμη στην αρχή, θολά και αντιφατικά, η Πρωτοβουλία αντί να προχωράει θα υποχωρήσει όσον αφορά τη δυναμική της. Ή θα την αντιμετωπίσουμε σαν κεκτημένο και αρχή που θα πάει παραπέρα, ή θα τη δούμε σαν την «ολοκλήρωση» που θα κλειστεί αυτάρεσκα στον εαυτό της και θα διαφωτίζει. Με τον πρώτο τρόπο (όχι επειδή το λέμε εμείς) μπορεί να έχει αποτελέσματα, με το δεύτερο σίγουρα θα οδηγηθεί στο τέλμα και άμεσα.
Όπως και να ’ναι, το κύριο ενδιαφέρον μας, οι σκέψεις, οι προτάσεις μας, οι επεξεργασίες μας θα πρέπει να έχουν καθαρό ορίζοντα στο άπλωμα, στο πλάτεμα της Πρωτοβουλίας με φρέσκιες δυνάμεις που μπαίνουν στο κίνημα αλλά και με δυνάμεις πολιτικοποιημένες που θα κερδίζονται στη βάση του έργου και των ενεργειών της Πρωτοβουλίας.
Αν θέλουμε, λοιπόν, να μείνουμε γειωμένοι, αλλά και φιλόδοξοι, συμβάλλοντας σε μια ευρύτερη ενίσχυση της κομμουνιστικής προοπτικής στο κίνημα, πρέπει στη σύσκεψη του φθινοπώρου το δεύτερο θέμα της ημερήσιας διάταξης να είναι η Πρωτοβουλία και η πολιτική της ενότητας και της πάλης.
Το βάρος δεν πρέπει να πέσει μόνο στη μορφή, ούτε κυρίως σε οργανωτικά-διαδικαστικά. Πρέπει να μας απασχολήσει το ζήτημα της Πρωτοβουλίας σαν μια ζωντανή διαδικασία απλώματος και ριζώματος. Για να υπάρξει άπλωμα πρέπει η Πρωτοβουλία να «χωθεί». Για να «χωθεί» πρέπει να έχει γραμμή, στόχους, αιτήματα και, κυρίως, να βρίσκει συμμάχους, έστω σε μίνιμουμ πλαίσια. Για να βρίσκει συμμάχους πρέπει να τους αποσπά από τις λαθεμένες επιρροές. Άρα, πρέπει να οργανώνει τη συζήτηση, την αντιπαράθεση, το διάλογο. Όχι μόνο απέναντι σε τρίτους αλλά και στο εσωτερικό της.
Έχει γίνει σαφές (από τη μικρή έστω εμπειρία της Πρωτοβουλίας και τη σχέση μας με το Μ-Λ ΚΚΕ) ότι το εγχείρημα έχει δυσκολίες, χωρίς ακόμη να μπορούμε να πούμε ότι είναι ανυπέρβλητες, αφού και εμείς δεν έχουμε μπει σαν οργάνωση συνολικά στη μάχη.
Η Πρωτοβουλία πρέπει, αφού κάνει τις όποιες δοκιμαστικές «πτήσεις» και βρει καλύτερα το βηματισμό της στο κίνημα (εδώ θα βοηθήσει σίγουρα μια αφύπνιση του κινήματος), να αποκρυσταλλωθεί σε ό,τι είναι ώριμο και δυνατό.
Οπωσδήποτε δεν θα είναι μια «σφραγίδα» που θα έχει ένα-δύο πανό ανά πόλη και επαρχία και θα εμφανίζεται σε κεντρικά συλλαλητήρια, σε στρατιωτικές επεμβάσεις, σε γενικές απεργίες. Σαν κινηματική αντίληψη, σαν κινηματικό εργαλείο, σαν κινηματική «ομπρέλα» πρέπει να την προφυλάξουμε από εκλογικίστικες καταγραφές που θα παραπέμπουν απλώς σε βραχίονα των δύο οργανώσεων. Συνεπώς, θα έχει και κεντρικές εκφράσεις (να τις δούμε) αλλά και επιμέρους εκφράσεις σε νευραλγικά πεδία του κινήματος. Χωρίς να είναι δεσμευτικό το όνομα, ούτε απόλυτα δεσμευτικό το περιεχόμενο, επιδιώκουμε -μέσα στην κίνηση- όλες αυτές οι επιμέρους πρωτοβουλίες να έχουν σαν πολιτική αναφορά την κεντρική προσπάθεια.
Οι επιμέρους απόπειρες που θα στοχεύσουν σε συσπείρωση δυνάμεων, σε κοινές πρωτοβουλίες, σε κοινές δράσεις θα πρέπει με σωστά και μελετημένα βήματα να εκφραστούν στα παρακάτω, όπως είπαμε, νευραλγικά πεδία:
1. Στο εργασιακό (δημόσιο, ιδιωτικό).
2. Στη νεολαία.
3. Στο πεδίο της αντιφασιστικής δράσης.
4. Στην επεξεργασία πλαισίων όσον αφορά την αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση.
5. Στη διαμόρφωση ειδικών σχέσεων με ανένταχτους και άλλες συλλογικότητες.
6. Στις γειτονιές και την επαρχία.
7. Στους άνεργους.
Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι: Είπαμε ότι σημασία δεν έχει μόνο η μορφή (ωστόσο, ας μην υποτιμιέται) αλλά και το περιεχόμενο. Μ’ αυτή την έννοια, ένα βασικό περιεχόμενο της σύσκεψης θα είναι να διαμορφωθούν και να προταθούν, προς όσους κάθε φορά απευθυνόμαστε και ανάλογα με το πεδίο που επιλέγουμε, τα πολιτικά πλαίσια, τα αιτήματα και οι στόχοι. Κατανοητό, λοιπόν, ότι ζητούμε την προσαρμογή των πλαισίων μέσα από ανάλογες διαδικασίες κατά τόπους, κατά πόλη, κατά επαρχία και κατά χώρους.
Πρέπει, λοιπόν, με αποφάσεις-κατευθύνσεις του Π.Γ. και του Κ.Ο. να διευκολυνθούν οι σύντροφοι να καταθέσουν για συζήτηση και κατάληξη τα βασικά πλαίσια κίνησης και πρωτοβουλιών. Θα ήταν καλό όλο και περισσότεροι σύντροφοι να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των προτεινόμενων πλαισίων, σε μια ζωντανή και ανοιχτή διαδικασία.
Α) Με βάση λοιπόν τις αναγκαιότητες, τις δυνατότητες και τις εκτιμήσεις μας πρέπει να παρουσιάσουμε ένα πιο εκτεταμένο πλαίσιο για συζήτηση (και ας μην είναι σήμερα μονομερώς αναδειγμένο) στο επίπεδο του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στο σύνολό του και επικεντρωμένο στις αιχμές που αναδείχτηκαν και αναδεικνύονται:
- Παρουσία στρατιωτική, πολιτική, στρατηγική, οικονομική των ΗΠΑ.
- Παρουσία στρατιωτική, πολιτική, στρατηγική, οικονομική της ΕΕ.
- Βάσεις, ΝΑΤΟ, εθνικά λεγόμενα θέματα, Κύπρος, ΑΟΖ, ελληνοτουρκικά, σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ, αλληλεγγύη λαών.
Πρέπει να έχουμε και ορισμένες γενικές κατευθύνσεις αρχών (π.χ. απαραβίαστο των συνόρων, άρνηση παραχώρησης εδαφικής κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας). Το προκρίνουμε όχι μόνο λόγω της αναγκαιότητας, να το αναδείξουμε σε σωστές βάσεις, αλλά και γιατί έχουμε και τις δοσμένες διαφορετικές αντιλήψεις με το Μ-Λ ΚΚΕ στα ζητήματα του πολέμου, των ελληνοτουρκικών σχέσεων και ορισμένα άλλα. Φυσικά, σε συνδυασμό με τη συζήτηση του πλαισίου μένει προς διαμόρφωση η διαδικασία, «πορεία», κεντρική και επιμέρους, για τις μορφές και τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες θα αντιμετωπίσουμε τις διαφορές μας.
Θέλουμε ιδιαίτερα η διαδικασία διαμόρφωσης του πλαισίου αντιιμπεριαλιστικής πάλης να είναι ανοιχτή και προσπελάσιμη σε όποιον μεμονωμένο ή ομάδα αγωνιστών που ενδιαφέρεται να συμμετέχει σ’ αυτή την προσπάθεια.
Β) Παρ’ όλα τα εμπόδια και τις δυσκολίες που θα μας προκύψουν, η οργάνωση πρέπει να αντιληφθεί (πρώτα και κύρια τα στελέχη της, αλλά και όσοι σύντροφοι νεολαίοι δραστηριοποιούνται στη σπουδάζουσα, ή είναι νέοι εργαζόμενοι και άνεργοι) τη μεγάλη σημασία που έχει μια κοινή προσπάθεια των δύο οργανώσεων μέσα στη νεολαία και φυσικά ενταγμένη στη λογική της κοινής δράσης και της παρέμβασης στο κίνημα.
Να ξεκαθαρίσουμε ότι επιδιώκουμε μια ευρύτερη και μόνιμη συνεργασία που να μην περιορίζεται στους χώρους της εκπαίδευσης, αλλά να απλώνεται και σε τμήματα νεολαίας που πλήττονται ως εργαζόμενοι, ως άνεργοι αλλά και στο ιδεολογικό-πολιτιστικό πεδίο (διασκέδαση κ.λπ.). Συνεπώς, το πλαίσιο και το στίγμα αυτής της κοινής προσπάθειας πρέπει να συμπεριλαμβάνει ένα ευρύτερο σύνολο ιδεολογικών, πολιτικών, πολιτιστικών ζητημάτων (εποικοδόμημα, κράτος, στρατός, δυνάμεις καταστολής, ανεργία στους νέους, θητεία, ναρκωτικά, χώροι και τρόποι διασκέδασης). Φυσικά, θα έχει ως ευρύτερη αναφορά σε διαδηλώσεις, συγκρούσεις, απεργίες την Πρωτοβουλία, αλλά και τη δική της ιδιαίτερη έκφραση (κοινό στέκι, κοινοί θίασοι και συγκροτήματα μουσικής, κοινά κάμπινγκ, κοινές συζητήσεις για ζητήματα ιστορίας του κινήματος, κοινές εκδρομές και εξορμήσεις κ.λπ.)   
Γ) Όπως γίνεται αντιληπτό, εκτός από το μέλλον της Πρωτοβουλίας και της κοινής δράσης μας ενδιαφέρει και η ιδιαίτερη δική μας προσπάθεια για σύνδεση με τις εργαζόμενες μάζες αλλά και τους άνεργους που όλο πληθαίνουν (δυστυχώς) και όλο και κάποιοι από μας μπαίνουμε στο «κλαμπ».
Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας το ζήτημα του περιεχομένου και των μορφών για το τρίπτυχο δουλειά στις γειτονιές, δουλειά στους εργασιακούς χώρους, δουλειά στους άνεργους. Είναι γεγονός ότι, ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια, ακόμα πιο έντονα σε σχέση με προηγούμενα, τίθεται και ξανατίθεται το μεγάλο ζήτημα (με πολλές προεκτάσεις) του περιεχομένου και της προοπτικής των συλλογικών προσπαθειών των εργαζόμενων, της εργατικής τάξης, του προλεταριάτου (από κοντά και οι μετανάστες), αλλά και των ανέργων, όχι μόνο να αποκρούσουν την επίθεση, όχι μόνο να περιφρουρήσουν κατακτήσεις, όχι μόνο να ξαναδιεκδικήσουν όσα έχασαν αλλά και να συγκροτηθούν σαν δύναμη κοινωνικής απελευθέρωσης και χειραφέτησης.
Και φυσικά, έχει τεθεί και το ζήτημα της οργάνωσης (ή αυτοοργάνωσης), απ’ έξω και από μέσα, του όλου υποκειμενικού παράγοντα «σχεδόν εξ υπαρχής», αφού η άγρια επίθεση του συστήματος, η αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης, η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος μαζί με την άρνηση της Αριστεράς «μας» να δει τις ευθύνες της και την κατάσταση έχουν «αχρηστεύσει» όλα τα όπλα που μέχρι σήμερα είχε ανακαλύψει η εργατική τάξη και οι εργαζόμενοι για να πολεμήσουν το κεφάλαιο και την εργοδοσία.
Όλη αυτή η κατάσταση κάνει την εργατική τάξη να φαίνεται έρμαιο στις διαθέσεις του κεφαλαίου και το σύστημα να φαίνεται παντοδύναμο.
Μέσα σ’ όλα βάλτε και την πείνα που εξαπλώνεται, τη φτώχεια που τσακίζει κόκκαλα, την ανεργία που οδηγεί αρκετές φορές στην τρέλα και την απόγνωση, για να καταλάβετε γιατί οι «εύκολες λύσεις σωτηρίας» έχουν τόση πέραση, ενώ οι «δικές μας» προτάσεις οικοδόμησης κινήματος φαντάζουν τόσο «άχρηστες προς το παρόν». Ιδιαίτερα όταν οι φορείς αυτών των απόψεών μας μέσα στους εργασιακούς χώρους απειλούνται από την τρομοκρατία και την ανεργία, δυσκολευόμενοι να αποκτήσουν αποφασιστικότητα και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους.
Και όταν, βέβαια, το «κράτος πρόνοιας» όλο και αποσύρεται και αφήνει τις μάζες απροστάτευτες στον αχαλίνωτο καπιταλισμό, τότε καταλαβαίνουμε γιατί η μάχη που δίνουμε είναι διπλή: και απέναντι στον ταξικό αντίπαλο, αλλά και απέναντι στον «εσωτερικό εχθρό» που έχει την ευκαιρία να παρουσιάζεται με διάφορες μορφές και τώρα με τη μορφή της «αλληλεγγύης» την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να κάνει και συνολική αντιπολιτευτική γραμμή.
Σαφώς, λοιπόν, πρέπει να δοκιμάσουμε να διαμορφώσουμε πλαίσιο και μορφές παρέμβασης στις συνοικίες και μπορούμε και να προχωρήσουμε, μόνοι μας ή συνεργαζόμενοι. Ταυτόχρονα, μέσα στις κινήσεις, όχι αφ’ υψηλού και απ’ έξω, πρέπει να οργανώνουμε και να προωθούμε την αντιπαράθεσή μας λαμβάνοντας υπόψη θετικές και αρνητικές εμπειρίες από τις πλατείες αλλά και παλιότερα.
Τα πλαίσια αυτά φυσικά και θα επιμένουν στη διεκδίκηση, στην απόκρουση της επίθεσης, στην περιφρούρηση των όποιων δικαιωμάτων. Θα πρέπει να υπερασπίζονται τους αγώνες και τις απεργίες των εργαζομένων κόντρα στην κρατική, παρακρατική και φασιστική επίθεση.
Θα πρέπει να μην αποκοπούμε από στρώματα των πόλεων (μικρά κυρίως) που ενόψει των χειρότερων και επειδή έχουν ακόμη αυταπάτες ή «ελπίδες» να γλιτώσουν τα χειρότερα, στηρίζουν κινήματα ενάντια στα χαράτσια, στη φορολόγηση έστω και με έναν «υπερταξικό τρόπο». Θα πρέπει να μην αποκοπούμε απ’ αυτό το σχολείο, γιατί μέσα από τέτοιες «μικρές» προσπάθειες μπαίνουν οι αυριανές βάσεις των κοινωνικών συμμαχιών.
Πρέπει όπου μπορούμε (και να πιέζουμε την κοινή δράση) να πρωτοστατούμε στις ιδέες και τις μορφές που αυτά τα στρώματα εκφράζουν την οργή και την αγανάκτησή τους (διαμαρτυρίες μπροστά σε μεγάλα σούπερ-μάρκετ, πικετοφορίες στους σταθμούς του μετρό, παρεμβάσεις αγκιτάτσιας στις ατέλειωτες ουρές στις εφορίες, στον ΟΑΕΔ). Μην ξεχνάμε, δε, ότι όλα αυτά χωρίς αποκρυστάλλωση σε μια μορφή οργάνωσης (επιτροπή, συνέλευση κ.λπ.) είναι ουσιαστικά χωρίς αντίκρισμα.
Να αντιπαρατεθόμαστε αλλά να μην σνομπάρουμε την προσφυγή σε μορφές υπεράσπισης του πολίτη που έχει κατοχυρώσει το σύστημα, γιατί όλο και περισσότερος κόσμος απελπίζεται και δεν βρίσκει «καταφύγιο» στις μορφές και τις δράσεις της Αριστεράς «μας».
Πόσο, όμως, συνδέεται αυτή η μετωπική κοινοδρασιακή ιστορία και εξυπηρετεί την οικοδόμηση και ενίσχυση κομμουνιστικής οργάνωσης που θέλει να κάνει πιο ορατό και φανερό το στίγμα της;
Και στο εσωτερικό μας, αλλά και από την πλευρά της καθοδήγησης του Μ-Λ ΚΚΕ, ακούγονται φωνές ότι μ’ αυτή μας τη στάση «αφήνουμε το γάμο να πάμε για πουρνάρια». «Αντί να κοιτάζουμε να δυναμώσουν οι κομμουνιστές, χαραμιζόμαστε σε αμφίβολης αποτελεσματικότητας κοινές δράσεις και πρωτοβουλίες και ωφελούνται οι ρεφορμιστές και οι αντίπαλοι του κομμουνισμού» (στο «κλαμπ» αυτό έχει προσχωρήσει και η ηγεσία του ΚΚΕ).
Βέβαια, το γεγονός ότι έχουμε πολλές αδυναμίες, ιδιαίτερα στελεχιακές, να υλοποιήσουμε την ιδιαίτερα επιθετική πολιτική που έχουμε, την κάνει να φαίνεται «παθητική», «κακομοίρικη» και «καραμουρτζούνικη». Το χειρότερο είναι ότι, αντί να βελτιώσουμε τις αδυναμίες για να κάνουμε αυτό που επιβάλλει η φυσιογνωμία μας, πέφτουμε στο άλλο άκρο και κλεινόμαστε, κάνοντας ορισμένες φορές «κηρύγματα» καθαρότητας.
Ναι, είναι γεγονός ότι δεν είμαστε αποτελεσματικοί ως οργάνωση να φέρουμε κοντά μας, ιδεολογικά και πολιτικά, μια σειρά αγωνιστές που μας πλησιάζουν μέσα στην πάλη, με αποτέλεσμα ορισμένοι να χάνονται. Σίγουρα πρέπει να βρούμε τρόπους για να το αντιμετωπίσουμε. Για να το κάνουμε πρέπει να φυσήξει αέρας δημιουργίας και αισιοδοξίας μέσα στις γραμμές μας. Και φυσικά, να είμαστε σταθερά προσανατολισμένοι στην υπηρεσία του κινήματος. Για να φυσήξουν αυτοί οι αέρηδες χρειάζεται ο σύντροφος, η επιρροή να βρίσκονται μέσα σε μια διευρυμένη κινηματική πλατύτερη ατμόσφαιρα. Μόνο η ατμόσφαιρα των γραφείων δεν είναι αρκετή για να ζωογονήσει και να γονιμοποιήσει την πρωτοβουλία.
Όταν τα στελέχη μιας οργάνωσης δυναμώνουν, παίρνουν πρωτοβουλίες, αποκτούν κύρος μέσα στους χώρους τους, στις διαδηλώσεις, στις συγκρούσεις, στην αντιπαράθεση, στις μαζώξεις, τότε ισχυροποιείται η οργάνωση συνολικά. Τότε δημιουργεί εμπιστοσύνη στο γύρω κόσμο που καλείται να αφιερώσει μέρος της ζωής του στο κίνημα. Γι’ αυτό μας χρειάζονται οι διαδικασίες κινήματος, τα σχήματα κινήματος και δεν αρκούμαστε μόνο στην οργάνωση. Όσο λείπουν τα πρώτα, στην οργάνωση θα έρχονται αναγκαστικά αγωνιστές που δεν είναι έτοιμοι ακόμα να αφιερώσουν τη ζωή τους. Γι’ αυτό και οι αγωνιστές πρέπει να περνάνε μέρες της ένταξής τους στο κίνημα μέσα σε «δικά» τους όργανα δίπλα στους κομμουνιστές. Γι’ αυτό χρειάζονται τα σχήματα.
Δεν θέλουμε μόνο να δυναμώσει η οργάνωσή μας. Θέλουμε να δυναμώσουν και οι μορφές οργάνωσης του λαού κάθε επιπέδου. Θέλουμε να ισχυροποιούμαστε μέσα από μια διαλεκτική σχέση. Η οικοδόμηση μιας κομμουνιστικής οργάνωσης δεν είναι μόνο δική μας υπόθεση, αλλά και υπόθεση των μαζών, και πρώτα και κύρια της εργατικής τάξης, κατακτώντας βέβαια τη συγκρότησή της κόντρα στην καπιταλιστική επίθεση και διάσπαση.
Θεωρούμε, λοιπόν, ότι τα δύο αυτά θέματα που αφορούν τη σύσκεψη του φθινοπώρου με τις υποκατηγορίες τους μπορούμε να τα απαντήσουμε με ικανοποιητικό τρόπο. Η συμβολή μας πρέπει να εκφραστεί και στο πολιτικό περιεχόμενο των αιτημάτων και της γραμμής, αλλά και στις ανάλογες πολιτικές εκτιμήσεις της φάσης που περνάμε. Συμβολή και μέσω εφημερίδας αλλά και μέσω παρεμβάσεων.

• Ήδη με τα δύο θέματα που προτείναμε (με κέντρο βάρους μετατοπισμένο προς το δεύτερο) θεωρούμε ότι η διαδικασία της σύσκεψης μπορεί να αποβεί χρήσιμη και ωφέλιμη, για τα ζητήματα που άμεσα αντιμετωπίζουμε. Όμως εκμεταλλευόμαστε την εσωτερική συζήτηση που θα ανοίξει σαν ευκαιρία να θέσουμε ορισμένες σκέψεις και κατευθύνσεις για ένα σοβαρό ζήτημα που έχει αναδειχτεί και που φυσικά έχει και μια σειρά παράπλευρα πολύ σοβαρά θέματα να το συνοδεύουν. Το ζήτημα αυτό είναι η αντίδραση των μαζών απέναντι στον ασφυκτικά επιβεβλημένο καπιταλιστικό «μονόδρομο» και η διαλεκτική σχέση αυτής της αντίδρασης με την παράλληλη απαίτηση της εποχής να διαμορφώσουν οι λαοί το δικό τους δρόμο για μια άλλη κοινωνία, για μια άλλη ζωή.
Έχουμε βέβαια, εδώ και αρκετά χρόνια, ξεκαθαρίσει ότι το κεφάλαιο αυτό είναι άμεσα συνδεδεμένο με την επαναστατική διαδρομή της ανθρωπότητας προς τον κομμουνισμό. Μια πορεία που θα χαραχτεί μέσα από ένα ολόκληρο μεταβατικό στάδιο, το σοσιαλιστικό.
Μία πορεία που οι συσχετισμοί του χθες και του σήμερα την κάνουν να φαντάζει, αν όχι ακατόρθωτη, αν όχι όνειρο θερινής νύχτας, τουλάχιστον μακριά, βασανιστική, γεμάτη θυσίες στη διαδρομή. Άρα, από μια πρώτη ματιά, όχι ιδιαίτερα «ελκυστική» για τις μάζες. Γι’ αυτό και σωστά επισημαίνεται ότι η μεγάλη αυτή διαδρομή είναι προϊόν ανάγκης μπροστά στα πολύ χειρότερα που επιφυλάσσει ο αντιδραστικός καπιταλιστικός «μονόδρομος».
Όταν μας ρωτούν τι πρεσβεύουμε, τι επιδιώκουμε, σε τι συμβάλλουμε και γιατί θέλουμε να υπάρχουμε, να αναπαραγόμαστε και να διδασκόμαστε σαν κομμουνιστές, η απάντησή μας έχει δύο σκέλη χονδρικά. Το ένα σκέλος αφορά τις απαντήσεις και τις οριοθετήσεις που δίνουμε και κάνουμε όσο παραμένουμε στο επίπεδο του καπιταλισμού και δεχόμαστε, μαζί με τον υπόλοιπο λαό, τις συνέπειες της επίθεσης.
Προφανώς, και με τα χρόνια, έχουμε κατακτήσει μια ορισμένη αντίληψη, προσέγγιση και φυσιογνωμία πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού και στο βαθμό της συμμετοχής μας στην ταξική πάλη, στην ταξική αναμέτρηση.
Από την άλλη, έχουμε διευκρινίσει (όσο και αν κάτι τέτοιο είναι στην εποχή μας δυσφημισμένο) ότι για εμάς η δράση στα πλαίσια του καπιταλισμού έχει κυρίως χαρακτήρα προετοιμασίας και συγκέντρωσης δυνάμεων από την πλευρά εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που έχουν κάθε συμφέρον να ανατρέψουν τον καπιταλισμό και να βάλουν μπρος τη μεγάλη πορεία προς τον κομμουνισμό, μέσω μιας μεταβατικής κατάστασης, ενός μεταβατικού σταδίου που κατοχυρώθηκε ιστορικά να είναι ο σοσιαλισμός με βάση και τις εμπειρίες της παλινόρθωσης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Οπωσδήποτε, αναγνωρίζουμε ότι οι αρνητικοί συσχετισμοί των τελευταίων δεκαετιών, έτσι όπως διαμορφώθηκαν και μετά την παλινόρθωση, έχουν υποχρεώσει το κίνημα των μαζών, τις ίδιες τις μάζες, να υφίστανται απανωτές ήττες στα πλαίσια του καπιταλισμού και να εξαναγκάζονται σε πισωγυρίσματα, σε υπαναχωρήσεις, σε εκχωρήσεις δικαιωμάτων στον ταξικό αντίπαλο.
Όλη αυτή η κατάσταση που βιώνεται όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά σε όλο σχεδόν τον πλανήτη, κάνει επιτακτική την ανάγκη της διαμόρφωσης από την πλευρά του αριστερού κινήματος και ιδιαίτερα του ταξικού, εργατικού, κομμουνιστικού, ενός «προγράμματος» «πριν το πρόγραμμα της κατάληψης της εξουσίας», το οποίο θα έχει διπλό στόχο και περιεχόμενο:
α) Να εμπεδώσει στις μάζες, μέσα από τις συγκρούσεις, τις αντιπαραθέσεις και τις όποιες νίκες, την αίσθηση ότι ο καπιταλισμός, ακόμα και στις πιο άγριες εκδοχές και εκφράσεις του δεν είναι ανίκητος. Να διαμορφώσει τις βάσεις των κοινωνικών συμμαχιών των στρωμάτων που μπορούν με ένα σταθερό τρόπο να αμφισβητήσουν τη μονοκρατορία του καπιταλισμού. Και, φυσικά, να αρχίσει να δίνει σάρκα και οστά στη μεγάλη ανάγκη της εποχής, δηλαδή, τη συγκρότηση της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της.
β) Είναι, τουλάχιστον για εμάς, φανερό ότι για να έχει νόημα ένα τέτοιο «πρόγραμμα» ανατροπής των συσχετισμών (καταρχάς στο έδαφος του καπιταλισμού και που να έχει προϋποθέσεις προχωρήματος προς τα μπρος και όχι πισωγυρίσματος) θα πρέπει:
1) Να είναι οργανωμένος και κατάλληλα προετοιμασμένος ο λαός από κάθε άποψη
2) Να έχει διαμορφωθεί ένα κομμουνιστικό κίνημα και κόμμα με αναβαθμισμένες διασυνδέσεις με την τάξη και τις μάζες, που φυσικά θα έχει κάνει σαφή βήματα στο προχώρημα των απαντήσεων και των εκτιμήσεων για τα αίτια της παλινόρθωσης και που θα έχει προσεγγίσει ακόμα πιο ουσιαστικά τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της σύγχρονης μεταβατικής σοσιαλιστικής κοινωνίας.
3) Να έχει μπει σε στέρεες βάσεις ο προλεταριακός διεθνισμός, η αλληλεγγύη των λαών των γειτονικών χωρών και παρά πέρα, διότι -έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα- το τοπικό και το διεθνικό έχουν πλέον μια διαφορετική σχέση και διασύνδεση.
Ουσιαστικά, λοιπόν, έχουμε την ανάγκη και εμείς και ο λαός ενός «εκπαιδευτικού προγράμματος», ενός ιδιαίτερου «σχολείου» που θα κάνει φανερή τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα σε μαζική, τοπική και διεθνική κλίμακα να ανατραπούν οι καταθλιπτικοί συσχετισμοί έτσι ώστε να ανοίξει ο δρόμος για το σοσιαλισμό και όχι (όπως ευαγγελίζονται διάφοροι ρεφορμιστές) να αλλάξουν οι συσχετισμοί έτσι ώστε να παραμείνουμε σε έναν καπιταλισμό πιο «εξορθολογισμένο» και πιο «ανθρώπινο». Ένα «πρόγραμμα» που θα μας φωτίσει ακόμα περισσότερο για την ταξική διάρθρωση και προοπτική της χώρας.
Αν, λοιπόν, θέλουμε να κωδικοποιήσουμε αυτές τις ιδιαίτερες επιδιώξεις μας, θα λέγαμε ότι στοχεύουμε, συμβάλλουμε σε ένα ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ, ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ που θα διαμορφώνεται σε πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο διεκδικώντας ΕΙΡΗΝΗ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, ΔΟΥΛΕΙΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ. Ένα μέτωπο που σαν αριστερό θα είναι αντιιμπεριαλιστικό, αντικαπιταλιστικό, αντιπολεμικό, αντιφασιστικό, αντιρατσιστικό.
Δικαιολογημένα, έστω και σαν χονδρική περιγραφή, η στόχευση σ’ ένα τέτοιο μέτωπο φαντάζει αρκετά μακρινή, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε τις μικρές μας δυνάμεις, την κατάσταση του κινήματος, της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και τον εγκλωβισμό των μικροαστικών στρωμάτων στον καπιταλιστικό μονόδρομο.
Οι εξελίξεις όμως και στη χώρα μας κινήθηκαν τόσο ραγδαία, που έκαναν πρόδηλη την ανάγκη ενός τέτοιου μετώπου που ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε το ΚΚΕ μπόρεσαν και μπορούν να του δώσουν σάρκα και οστά.
Γι’ αυτό οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε και προς τα μέσα και προς τα έξω ότι οι κινήσεις και οι επιλογές μας έχουν σαν στόχευση ένα τέτοιο ΜΕΤΩΠΟ. Η προσπάθεια που θέλουμε να κάνουμε για την Πρωτοβουλία (ιδιαίτερα σε επιμέρους χώρους, αλλά και στο κεντρικό) οφείλει να καθοδηγείται από μια τέτοια στόχευση.
Σ’ ένα από τα επόμενα Κ.Ο., αφού δρομολογήσουμε και αποκρυσταλλώσουμε τα όσα μας προκύπτουν από τις άμεσες αποφάσεις, θα ανοίξουμε πιο ουσιαστικά το ζήτημα με το γενικό τίτλο «ο δικός μας δρόμος».